Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verhaften
01
συλλαμβάνω, κρατώ
Jemanden festnehmen und in Gewahrsam nehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
haften
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verhafte
γ΄ ενικό πρόσωπο
verhaftet
ενεστώτα μετοχή
verhaftend
απλός αόριστος
verhaftete
παθητική μετοχή
verhaftet
Παραδείγματα
Ohne Anwalt können wir Sie nicht verhaften.
Χωρίς δικηγόρο, δεν μπορούμε να σας συλλάβουμε.



























