Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vergessen
01
ξεχνώ, αγνοώ
Nicht mehr an etwas denken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
essen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vergesse
γ΄ ενικό πρόσωπο
vergisst
ενεστώτα μετοχή
vergessend
απλός αόριστος
vergaß
παθητική μετοχή
vergessen
Παραδείγματα
Er vergisst immer sein Handy.
Πάντα ξεχνά το τηλέφωνό του.
02
χάνω τον έλεγχο, χάνω την ψυχραιμία μου
Sich nicht mehr ruhig oder höflich verhalten
Παραδείγματα
Manchmal vergesse ich mich, wenn ich wütend bin.
Μερικές φορές ξεχνώ τον εαυτό μου όταν είμαι θυμωμένος.



























