vergessen
vergessen
fɛɐ̯gɛsən
fegesēn
verpissenverbissenvermissenverfassen

Ορισμός και σημασία του "vergessen"στα γερμανικά

vergessen
01

ξεχνώ, αγνοώ

Nicht mehr an etwas denken 
vergessen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
essen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
vergesse
γ΄ ενικό πρόσωπο
vergisst
ενεστώτα μετοχή
vergessend
απλός αόριστος
vergaß
παθητική μετοχή
vergessen
Παραδείγματα
Ich habe deinen Namen vergessen. 

Έχω ξεχάσει το όνομά σου.

02

χάνω τον έλεγχο, χάνω την ψυχραιμία μου

Sich nicht mehr ruhig oder höflich verhalten 
sich vergessen definition and meaning
Παραδείγματα
Er hat vor Wut alles vergessen. 

Έχει ξεχάσει τα πάντα από θυμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store