Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verfassen
01
Einen Text schreiben oder erstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
fassen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verfasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
verfasst
ενεστώτα μετοχή
verfassend
απλός αόριστος
verfasste
παθητική μετοχή
verfasst
Παραδείγματα
Die Studentin verfasste ihre Masterarbeit in nur drei Monaten.



























