Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Verfügbarkeit
01
διαθεσιμότητα, προσβασιμότητα
Der Zustand, dass etwas vorhanden, erreichbar oder nutzbar ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Verfügbarkeiten
γενική πτώση
Verfügbarkeit
Παραδείγματα
Die Verfügbarkeit von Medikamenten ist in ländlichen Gebieten oft eingeschränkt.
Η διαθεσιμότητα των φαρμάκων είναι συχνά περιορισμένη σε αγροτικές περιοχές.
LanGeek



























