Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Verfügbarkeit
[gender: feminine]
01
διαθεσιμότητα, προσβασιμότητα
Der Zustand, dass etwas vorhanden, erreichbar oder nutzbar ist
Παραδείγματα
Die ständige Verfügbarkeit per Handy kann stressig sein.
Η συνεχής διαθεσιμότητα μέσω κινητού τηλεφώνου μπορεί να είναι αγχωτική.


























