das verfahren
verfahren
fɛɐ̯fa:ʁən
fefarēn
verrührenverehrenvermehrenverfassen

Ορισμός και σημασία του "verfahren"στα γερμανικά

01

διαδικασία, διεργασία

Eine festgelegte Art und Weise, wie etwas durchgeführt wird 
das Verfahren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Verfahrens
πληθυντικός τύπος
Verfahren
Παραδείγματα
Das neue Verfahren spart Zeit. 

Η νέα διαδικασία εξοικονομεί χρόνο.

verfahren
01

προχωρώ, ενεργώ

Auf eine bestimmte Weise handeln oder vorgehen 
verfahren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
fahren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verfahre
γ΄ ενικό πρόσωπο
verfährt
ενεστώτα μετοχή
verfahrend
απλός αόριστος
verfuhr
παθητική μετοχή
verfahren
Παραδείγματα
Wir verfahren nach den Regeln. 

Ενεργούμε σύμφωνα με τους κανόνες.

02

χανομαι

Den richtigen Weg verlieren 
verfahren definition and meaning
Παραδείγματα
Ich habe mich im Wald verfahren. 

Έχασα το δρόμο μου στο δάσος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store