Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Verfahren
01
διαδικασία, διεργασία
Eine festgelegte Art und Weise, wie etwas durchgeführt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Verfahren
γενική πτώση
Verfahrens
Παραδείγματα
Das neue Verfahren spart Zeit.
Η νέα διαδικασία εξοικονομεί χρόνο.
verfahren
01
προχωρώ, ενεργώ
Auf eine bestimmte Weise handeln oder vorgehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
fahren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verfahre
γ΄ ενικό πρόσωπο
verfährt
ενεστώτα μετοχή
verfahrend
απλός αόριστος
verfuhr
παθητική μετοχή
verfahren
Παραδείγματα
Wir verfahren nach den Regeln.
Ενεργούμε σύμφωνα με τους κανόνες.
02
χανομαι
Den richtigen Weg verlieren
Παραδείγματα
Ich habe mich im Wald verfahren.
Έχασα το δρόμο μου στο δάσος.
LanGeek



























