Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Vereinsamung
01
απομόνωση, μοναξιά
Der Zustand, in dem sich jemand sehr allein und isoliert fühlt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Vereinsamung
Παραδείγματα
Gegen Vereinsamung helfen soziale Aktivitäten.
Οι κοινωνικές δραστηριότητες βοηθούν κατά της μοναξιάς.



























