der verein
verein
fɛɐ̯ʔaɪn
feain

Ορισμός και σημασία του "verein"στα γερμανικά

01

σύλλογος, ένωση

Eine Gruppe von Menschen mit gemeinsamen Interessen 
der Verein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Vereine
γενική πτώση
Verein(e)s
Παραδείγματα
Ich bin Mitglied in einem Sportverein. 

Είμαι μέλος ενός αθλητικού συλλόγου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store