Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Verein
[gender: masculine]
01
σύλλογος, ένωση
Eine Gruppe von Menschen mit gemeinsamen Interessen
Παραδείγματα
Im Verein spielt er Fußball.
Στον σύλλογο, παίζει ποδόσφαιρο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σύλλογος, ένωση