Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verehren
01
λατρεύω, τιμώ
für jemanden oder etwas große Wertschätzung oder Hochachtung empfinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verehre
γ΄ ενικό πρόσωπο
verehrt
ενεστώτα μετοχή
verehrend
απλός αόριστος
verehrte
παθητική μετοχή
verehrt
Παραδείγματα
Sie verehrte die Natur und ging respektvoll mit ihr um.
Εκείνη σεβόταν τη φύση και τη συμπεριφερόταν με σεβασμό.
02
λατρεύω, σεβάζομαι
jemanden oder etwas religiös anbeten und ihm höchste Verehrung zeigen
Παραδείγματα
Sie verehrten die Sonne als göttliches Wesen.
Αυτοί λατρεύουν τον ήλιο ως θεϊκό ον.
03
προσφέρω επίσημα, παρουσιάζω με σεβασμό
jemandem etwas feierlich oder respektvoll schenken oder überreichen
Παραδείγματα
Der Preis wurde dem Gewinner verehrt.
Το βραβείο απονεμήθηκε με σεβασμό στον νικητή.



























