Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verehren
01
λατρεύω, τιμώ
für jemanden oder etwas große Wertschätzung oder Hochachtung empfinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verehre
γ΄ ενικό πρόσωπο
verehrt
ενεστώτα μετοχή
verehrend
απλός αόριστος
verehrte
παθητική μετοχή
verehrt
Παραδείγματα
Er verehrt Ehrlichkeit über alles.
Αυτός λατρεύει την ειλικρίνεια πάνω απ' όλα.
02
λατρεύω, σεβάζομαι
jemanden oder etwas religiös anbeten und ihm höchste Verehrung zeigen
Παραδείγματα
Die Gläubigen verehren Gott im Gebet.
Οι πιστοί λατρεύουν τον Θεό στην προσευχή.
03
προσφέρω επίσημα, παρουσιάζω με σεβασμό
jemandem etwas feierlich oder respektvoll schenken oder überreichen
Παραδείγματα
Der Autor verehrte dem Museum sein Werk.
Ο συγγραφέας προσέφερε με σεβασμό το έργο του στο μουσείο.



























