Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verbessern
01
διορθώνω, βελτιώνω
Etwas gezielt besser machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ver
βασικό ρήμα
bessern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verbessere
γ΄ ενικό πρόσωπο
verbessert
ενεστώτα μετοχή
verbessernd
απλός αόριστος
verbesserte
παθητική μετοχή
verbessert
Παραδείγματα
Der Lehrer verbessert die Fehler im Aufsatz.
Ο δάσκαλος διορθώνει τα λάθη στην έκθεση.
02
βελτιώνω, τελειοποιώ
Sich weiterentwickeln oder positiver werden
Παραδείγματα
Meine Kinder haben sich in der Schule verbessert.
Τα παιδιά μου έχουν βελτιωθεί στο σχολείο.



























