Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verbessern
01
διορθώνω, βελτιώνω
Etwas gezielt besser machen
Παραδείγματα
Ich muss meine Fehler im Text verbessern.
Πρέπει να διορθώσω τα λάθη μου στο κείμενο.
02
βελτιώνω, τελειοποιώ
Sich weiterentwickeln oder positiver werden
Παραδείγματα
Sein Gesundheitszustand verbessert sich langsam.
Η κατάσταση της υγείας του βελτιώνεται αργά.


























