Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verantwortlich
01
υπεύθυνος
Verbunden mit der Pflicht, für etwas zu sorgen oder Rechenschaft abzulegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am verantwortlichsten
συγκριτικός βαθμός
verantwortlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Manager ist verantwortlich für das Team.
Ο διαχειριστής είναι υπεύθυνος για την ομάδα.



























