Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verabreden
01
κανονίζω συνάντηση, συνεννοούμαι για συνάντηση
Mit jemandem einen Termin für ein Treffen vereinbaren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
verab
βασικό ρήμα
reden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verabrede
γ΄ ενικό πρόσωπο
verabredet
ενεστώτα μετοχή
verabredend
απλός αόριστος
verabredete
παθητική μετοχή
verabredet
Παραδείγματα
Wir haben uns für den Samstag verabredet.
Έχουμε verabreden για το Σάββατο.



























