die Ursache
Pronunciation
/ˈuːɐ̯ˌzaχə/

Ορισμός και σημασία του "ursache"στα γερμανικά

01

αιτία, πηγή

Der Grund oder Auslöser für etwas Geschehenes
die Ursache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ursache
πληθυντικός τύπος
Ursachen
Παραδείγματα
Ohne Ursache gibt es keine Wirkung.
Χωρίς αιτία, δεν υπάρχει αποτέλεσμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store