Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ursache
[gender: feminine]
01
αιτία, πηγή
Der Grund oder Auslöser für etwas Geschehenes
Παραδείγματα
Ohne Ursache gibt es keine Wirkung.
Χωρίς αιτία, δεν υπάρχει αποτέλεσμα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αιτία, πηγή