Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Urkunde
[gender: feminine]
01
πιστοποιητικό, έγγραφο
Ein offizielles Papier, das etwas rechtlich oder offiziell bestätigt
Παραδείγματα
Die Urkunde beweist seine Ausbildung.
Το πιστοποιητικό αποδεικνύει την εκπαίδευσή του.


























