Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Urlaubswohnung
01
Wohnung, die man für einen Urlaub zeitweise mietet oder nutzt
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Wir haben eine Urlaubswohnung am Meer gemietet.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wohnung, die man für einen Urlaub zeitweise mietet oder nutzt