Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unterstützen
01
υποστηρίζω
Jemandem oder etwas aktiv helfen, um ein Ziel zu erreichen oder eine Situation zu verbessern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
unterstütze
γ΄ ενικό πρόσωπο
unterstützt
ενεστώτα μετοχή
unterstützend
απλός αόριστος
unterstützte
παθητική μετοχή
unterstützt
Παραδείγματα
Meine Eltern unterstützen mich beim Studium.
Οι γονείς μου με υποστηρίζουν στις σπουδές μου.



























