Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unterstützen
[past form: unterstützte]
01
υποστηρίζω
Jemandem oder etwas aktiv helfen, um ein Ziel zu erreichen oder eine Situation zu verbessern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
unterstütze
γ΄ ενικό πρόσωπο
unterstützt
ενεστώτα μετοχή
unterstützend
απλός αόριστος
unterstützte
παθητική μετοχή
unterstützt
Παραδείγματα
Er wurde finanziell von seiner Firma unterstützt.
Υποστηρίχθηκε οικονομικά από την εταιρεία του.



























