Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
untersagen
[past form: untersagte]
01
απαγορεύω, απαγορέυω
Etwas offiziell oder mit Autorität verbieten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
untersage
γ΄ ενικό πρόσωπο
untersagt
ενεστώτα μετοχή
untersagend
απλός αόριστος
untersagte
παθητική μετοχή
untersagt
Παραδείγματα
Der Arzt untersagte ihm Alkohol nach der Operation.
Ο γιατρός του απαγόρευσε το αλκοόλ μετά την εγχείρηση.



























