untersagen
Pronunciation
/ˌʊntɐˈzaːɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "untersagen"στα γερμανικά

untersagen
[past form: untersagte]
01

απαγορεύω, απαγορέυω

Etwas offiziell oder mit Autorität verbieten
untersagen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
untersage
γ΄ ενικό πρόσωπο
untersagt
ενεστώτα μετοχή
untersagend
απλός αόριστος
untersagte
παθητική μετοχή
untersagt
Παραδείγματα
Der Arzt untersagte ihm Alkohol nach der Operation.
Ο γιατρός του απαγόρευσε το αλκοόλ μετά την εγχείρηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store