Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Unternehmen
[gender: neuter]
01
εταιρεία, επιχείρηση
Eine Firma, die Waren oder Dienstleistungen anbietet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Unternehmens
πληθυντικός τύπος
Unternehmen
Παραδείγματα
Das Unternehmen macht Gewinn.
Η εταιρεία κάνει κέρδος.
unternehmen
01
αναλαμβάνω, πραγματοποιώ
Etwas aktiv durchführen oder in Angriff nehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
unter
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
unternehme
γ΄ ενικό πρόσωπο
unternimmt
ενεστώτα μετοχή
unternehmend
απλός αόριστος
unternahm
παθητική μετοχή
unternommen
Παραδείγματα
Wir unternehmen eine Aktion.
Εμείς αναλαμβάνουμε μια δράση.
02
κάνω, αναλαμβάνω
Etwas zu Freizeitzwecken tun
Παραδείγματα
Ich möchte mit dir etwas unternehmen.
Θέλω να κάνω κάτι μαζί σου.
Λεξικό Δέντρο
unternehmen
unter
nehmen



























