die unterlage
unterlage
ʊntɐla:gə
oontlagē

Ορισμός και σημασία του "unterlage"στα γερμανικά

01

έγγραφο, πιστοποιητικό

Ein Dokument, das Informationen oder Beweise liefert 
die Unterlage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Unterlagen
γενική πτώση
Unterlage
Παραδείγματα
Bitte bringen Sie alle notwendigen Unterlagen zum Termin mit. 

Παρακαλώ φέρετε όλα τα απαραίτητα έγγραφα στο ραντεβού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unterlage

unter

+

lage

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store