das unterhemd
unterhemd
ʊntɐhɛmt
oonthemt

Ορισμός και σημασία του "unterhemd"στα γερμανικά

01

εσώρουχο, αμάνικο

Ein leichtes, ärmelloses Kleidungsstück, das unter dem Hemd oder Pullover getragen wird 
das Unterhemd definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Unterhemd(e)s
πληθυντικός τύπος
Unterhemden
Παραδείγματα
Im Winter trägt er immer ein Unterhemd. 

Το χειμώνα φοράει πάντα ένα εσώρουχο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store