unterhaltsam
un
ˈʊn
ουν
ter
tɐ
τ
halt
halt
χαλτ
sam
za:m
ζαμ

Ορισμός και σημασία του "unterhaltsam"στα γερμανικά

unterhaltsam
01

διασκεδαστικός, αστείος

Etwas, das auf angenehme Weise ablenkt oder amüsiert 
unterhaltsam definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am unterhaltsamsten
συγκριτικός βαθμός
unterhaltsamer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Unterhaltung, Erlebnis, Medien
Παραδείγματα
Die Show war äußerst unterhaltsam. 

Η παράσταση ήταν εξαιρετικά διασκεδαστική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store