Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unschlagbar
01
ανίκητος, απαράμιλλος
Unbesiegbar in Wettbewerben oder unübertrefflich in Qualität oder Preis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ihre Leistung im Wettbewerb war einfach unschlagbar.
Η απόδοσή της στον διαγωνισμό ήταν απλά ανίκητη.



























