Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unsachlich
01
μη αντικειμενικός, μη επαγγελματικός
Eine Äußerung oder Handlung, die nicht objektiv oder fachlich fundiert ist, sondern von Emotionen oder Vorurteilen geprägt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am unsachlichsten
συγκριτικός βαθμός
unsachlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Seine Kritik war völlig unsachlich und aggressiv.
Η κριτική του ήταν εντελώς παράλογη και επιθετική.



























