unmittelbar
Pronunciation
/ˈʊnˌmɪtl̩baːɐ̯/

Ορισμός και σημασία του "unmittelbar"στα γερμανικά

unmittelbar
01

άμεσος, απευθείας

Ohne Zwischenschritt oder Vermittlung
unmittelbar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am unmittelbarsten
συγκριτικός βαθμός
unmittelbarer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die unmittelbare Reaktion zeigte seine Überraschung.
Η άμεση αντίδραση έδειξε την έκπληξή του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store