ungläubig

Ορισμός και σημασία του "ungläubig"στα γερμανικά

ungläubig
01

άπιστος, αθεϊστής

Jemand, der nicht an Gott oder eine Religion glaubt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ungläubigsten
συγκριτικός βαθμός
ungläubiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ungläubig gegenüber alten Mythen bleiben viele junge Leute heute.
Άπιστοι απέναντι στους παλιούς μύθους, πολλοί νέοι σήμερα παραμένουν σκεπτικιστές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store