Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ungläubig
01
άπιστος, αθεϊστής
Jemand, der nicht an Gott oder eine Religion glaubt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ungläubigsten
συγκριτικός βαθμός
ungläubiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist ungläubig und besucht keine Kirche.
Είναι άπιστος και δεν παρακολουθεί καμία εκκλησία.



























