Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unersetzlich
01
αντικατάστατος, ανεκτίμητος
Etwas oder jemand, das/dem nichts Gleichwertiges als Ersatz zur Verfügung steht
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am unersetzlichsten
συγκριτικός βαθμός
unersetzlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Dieser begabte Künstler ist für uns unersetzlich.
Αυτός ο ταλαντούχος καλλιτέχνης είναι αντικατάστατος για εμάς.



























