Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unersetzlich
01
αντικατάστατος, ανεκτίμητος
Etwas oder jemand, das/dem nichts Gleichwertiges als Ersatz zur Verfügung steht
Παραδείγματα
Diese historischen Manuskripte sind absolut unersetzlich.
Αυτά τα ιστορικά χειρόγραφα είναι απολύτως αντικατάστατα.


























