umstritten
ums
ˈʊmʃ
oomsh
tritten
tʁɪtn
tritn
schlittenmitten

Ορισμός και σημασία του "umstritten"στα γερμανικά

umstritten
01

αμφιλεγόμενος, αμφισβητήσιμος

Nicht allgemein akzeptiert 
umstritten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am umstrittensten
συγκριτικός βαθμός
umstrittener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Meinung, Debatte, Gesellschaft
Παραδείγματα
Die Entscheidung ist politisch umstritten. 

Η απόφαση είναι πολιτικά αμφιλεγόμενη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store