Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Umgangston
[gender: masculine]
01
τόνος επικοινωνίας, τονικότητα της συζήτησης
Die Art und Weise, wie Menschen miteinander sprechen, insbesondere in Bezug auf Höflichkeit, Respekt und Stil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Umgangston(e)s
πληθυντικός τύπος
Umgangstöne
Παραδείγματα
Die Lehrerin ermahnte die Schüler wegen ihres respektlosen Umgangstons.
Η δασκάλα επιπλήττει τους μαθητές για τον ασεβή τόνο συναναστροφής τους.



























