Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Tätigkeit
01
δραστηριότητα, απασχόληση
Eine Handlung oder Arbeit, die jemand ausführt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Tätigkeit
πληθυντικός τύπος
Tätigkeiten
Παραδείγματα
Die Tätigkeit im Büro macht ihm viel Spaß.
Η δραστηριότητα στο γραφείο του δίνει πολλή διασκέδαση.



























