die tätigkeit
tätigkeit
tɛ:tɪkaɪ̯t
tetikait

Ορισμός και σημασία του "tätigkeit"στα γερμανικά

Die Tätigkeit
01

δραστηριότητα, απασχόληση

Eine Handlung oder Arbeit, die jemand ausführt 
die Tätigkeit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Tätigkeiten
γενική πτώση
Tätigkeit
Παραδείγματα
Die Tätigkeit im Büro macht ihm viel Spaß. 

Η δραστηριότητα στο γραφείο του δίνει πολλή διασκέδαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store