die Tätigkeit
Pronunciation
/ˈtɛːtɪçkaɪ̯t/

Ορισμός και σημασία του "tätigkeit"στα γερμανικά

Die Tätigkeit
[gender: feminine]
01

δραστηριότητα, απασχόληση

Eine Handlung oder Arbeit, die jemand ausführt
die Tätigkeit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Tätigkeit
πληθυντικός τύπος
Tätigkeiten
Παραδείγματα
Sie sucht eine Tätigkeit, die ihr Spaß macht.
Αναζητά μια δραστηριότητα που της αρέσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store