träumen
träumen
tʁɔʏmɐn
trawumn

Ορισμός και σημασία του "träumen"στα γερμανικά

träumen
01

ονειρεύομαι, φαντάζομαι

Im Schlaf Bilder oder Ereignisse erleben 
träumen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
träume
γ΄ ενικό πρόσωπο
träumt
ενεστώτα μετοχή
träumend
απλός αόριστος
träumte
παθητική μετοχή
geträumt
Παραδείγματα
Ich habe von dir geträumt. 

Ονειρεύτηκα εσένα.

02

ονειρεύομαι, ποθώ

Sich etwas sehr wünschen oder vorstellen 
träumen definition and meaning
Παραδείγματα
Ich träume von einer Reise nach Japan. 

Εγώ ονειρεύομαι ένα ταξίδι στην Ιαπωνία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store