Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
träumen
01
ονειρεύομαι, φαντάζομαι
Im Schlaf Bilder oder Ereignisse erleben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
träume
γ΄ ενικό πρόσωπο
träumt
ενεστώτα μετοχή
träumend
απλός αόριστος
träumte
παθητική μετοχή
geträumt
Παραδείγματα
Ich habe von dir geträumt.
Ονειρεύτηκα εσένα.
02
ονειρεύομαι, ποθώ
Sich etwas sehr wünschen oder vorstellen
Παραδείγματα
Ich träume von einer Reise nach Japan.
Εγώ ονειρεύομαι ένα ταξίδι στην Ιαπωνία.



























