träumen
Pronunciation
/ˈtʀɔɪ̯mən/

Ορισμός και σημασία του "träumen"στα γερμανικά

träumen
01

ονειρεύομαι, φαντάζομαι

Im Schlaf Bilder oder Ereignisse erleben
träumen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
träume
γ΄ ενικό πρόσωπο
träumt
ενεστώτα μετοχή
träumend
απλός αόριστος
träumte
παθητική μετοχή
geträumt
Παραδείγματα
Sie träumt jede Nacht.
Αυτή ονειρεύεται κάθε βράδυ.
02

ονειρεύομαι, ποθώ

Sich etwas sehr wünschen oder vorstellen
träumen definition and meaning
Παραδείγματα
Sie träumt von einem besseren Leben.
Αυτή ονειρεύεται μια καλύτερη ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store