die träne
trä
ˈtʁɛ:
tre
ne
trägetränke

Ορισμός και σημασία του "träne"στα γερμανικά

01

δάκρυ, κλάμα

Salzwassertropfen aus dem Auge bei Schmerz oder Gefühl 
die Träne definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Tränen
γενική πτώση
Träne
Παραδείγματα
Eine Träne lief über ihre Wange. 

Ένα δάκρυ κυλούσε στο μάγουλό της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store