Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Träne
[gender: feminine]
01
δάκρυ, κλάμα
Salzwassertropfen aus dem Auge bei Schmerz oder Gefühl
Παραδείγματα
Vor Freude kamen ihr die Tränen.
Τα δάκρυα της ήρθαν στα μάτια από χαρά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δάκρυ, κλάμα