Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Truppe
[gender: feminine]
01
στρατιωτικό σώμα, ομάδα
Eine Gruppe von Soldaten oder Kämpfern, die zusammenarbeiten
Παραδείγματα
Die Truppe arbeitet gut zusammen.
Το σώμα δουλεύει καλά μαζί.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
στρατιωτικό σώμα, ομάδα