Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Treffpunkt
[gender: masculine]
01
σημείο συνάντησης, τόπος συγκέντρωσης
Ein Ort, an dem sich Menschen verabreden, um sich zu treffen
Παραδείγματα
Der Treffpunkt wurde kurzfristig geändert.
Το σημείο συνάντησης άλλαξε βραχυπρόθεσμα.


























