der tramper
tram
ˈtʁam
τραμ
per
π

Ορισμός και σημασία του "tramper"στα γερμανικά

01

οτοστόπερ, αυτοστόπερ

Jemand, der kostenlos mitfährt, indem er an Straßen den Daumen zeigt 
der Tramper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Tramper
αρσενικό ενικό
Tramper
θηλυκό ενικό
Tramperin
neutral form
Trampende
γενική πτώση
Trampers
Παραδείγματα
Der Tramper wartet an der Autobahn auf eine Mitfahrgelegenheit. 

Ο αυτοστόπερ περιμένει στην αυτοκινητόδρομο μια ευκαιρία για συγκοινωνία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

tramper
tramp
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store