der toter
toter
to:tɐ
tot
täter

Ορισμός και σημασία του "toter"στα γερμανικά

01

νεκρός άνθρωπος, αποθανών

Eine verstorbene Person 
der Toter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Tote
αρσενικό ενικό
Toter
θηλυκό ενικό
Tote
neutral form
Verstorbene(r)
γενική πτώση
Toter
Παραδείγματα
Die Polizei fand den Toten im Park. 

Η αστυνομία βρήκε τον νεκρό στο πάρκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store