Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Tonne
[gender: feminine]
01
δοχείο, διάταξη
Ein großer Behälter zur Aufbewahrung oder zum Transport von Flüssigkeiten, Abfällen oder anderen Materialien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Tonne
πληθυντικός τύπος
Tonnen
Παραδείγματα
Die Tonne rostet und muss ersetzt werden.
Το βαρέλι σκουριάζει και πρέπει να αντικατασταθεί.
02
τόνος, μετρικός τόνος
Eine Gewichtseinheit, die 1000 Kilogramm entspricht
Παραδείγματα
Der CO₂-Ausstoß beträgt 2 Tonnen pro Jahr und Person.
Οι εκπομπές CO₂ ανέρχονται σε 2 τόνους ετησίως ανά άτομο.



























