Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tolerieren
01
ανέχομαι, υπομένω
Etwas oder jemanden dulden oder aushalten, auch wenn man es nicht mag oder gutheißt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
toleriere
γ΄ ενικό πρόσωπο
toleriert
ενεστώτα μετοχή
tolerierend
απλός αόριστος
tolerierte
παθητική μετοχή
toleriert
Παραδείγματα
Ich toleriere kein lautes Schreien im Büro.
Δεν ανέχομαι δυνατές κραυγές στο γραφείο.



























