Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tolerieren
[past form: tolerierte]
01
ανέχομαι, υπομένω
Etwas oder jemanden dulden oder aushalten, auch wenn man es nicht mag oder gutheißt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
toleriere
γ΄ ενικό πρόσωπο
toleriert
ενεστώτα μετοχή
tolerierend
απλός αόριστος
tolerierte
παθητική μετοχή
toleriert
Παραδείγματα
Diese Pflanze toleriert Trockenheit besser als andere.
Αυτό το φυτό αντέχει την ξηρασία καλύτερα από άλλα.



























