Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Tor
01
γκολ, πόντος
Ein Punkt, der erzielt wird, wenn der Ball ins gegnerische Netz gelangt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Tore
γενική πτώση
Tor(e)s
Παραδείγματα
Er schoss das entscheidende Tor in der letzten Minute.
Σκόραρε το καθοριστικό γκολ στο τελευταίο λεπτό.
02
πύλη, πύλες
Eine große Öffnung oder Konstruktion in einer Mauer, durch die Menschen oder Fahrzeuge gehen oder fahren
Παραδείγματα
Das Tor zum Garten ist verschlossen.
Η πύλη στον κήπο είναι κλειδωμένη.



























