Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tief
01
βαθύς, βαθιά
Mit großer Entfernung von oben nach unten oder innen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tiefsten
συγκριτικός βαθμός
tiefer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Wasser ist tief.
Το νερό είναι βαθύ.
02
χαμηλός, βαθύς
Mit niedriger Tonhöhe oder Frequenz
Παραδείγματα
Er hat eine tiefe Stimme.
Έχει μια βαθιά φωνή.



























