der Therapeut
Pronunciation
/teʀaˈpɔɪ̯t/

Ορισμός και σημασία του "therapeut"στα γερμανικά

Der Therapeut
[gender: masculine]
01

θεραπευτής, ψυχοθεραπευτής

Ein Fachmann, der Menschen bei psychischen oder körperlichen Problemen behandelt
der Therapeut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Therapeuten
πληθυντικός τύπος
Therapeuten
Παραδείγματα
Der Therapeut empfahl mir Entspannungsübungen.
Ο θεραπευτής μου συνέστησε ασκήσεις χαλάρωσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store