der therapeut
the
te
τε
ra
ʁa
ρα
peut
ˈpø:t
πёτ

Ορισμός και σημασία του "therapeut"στα γερμανικά

01

θεραπευτής, ψυχοθεραπευτής

Ein Fachmann, der Menschen bei psychischen oder körperlichen Problemen behandelt 
der Therapeut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Therapeuten
αρσενικό ενικό
Therapeut
θηλυκό ενικό
Therapeutin
neutral form
Therapeut:in
γενική πτώση
Therapeuten
Παραδείγματα
Mein Therapeut hilft mir, mit Stress umzugehen. 

Ο θεραπευτής μου με βοηθά να αντιμετωπίζω το άγχος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store