Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Therapeut
01
θεραπευτής, ψυχοθεραπευτής
Ein Fachmann, der Menschen bei psychischen oder körperlichen Problemen behandelt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Therapeuten
αρσενικό ενικό
Therapeut
θηλυκό ενικό
Therapeutin
neutral form
Therapeut:in
γενική πτώση
Therapeuten
Παραδείγματα
Mein Therapeut hilft mir, mit Stress umzugehen.
Ο θεραπευτής μου με βοηθά να αντιμετωπίζω το άγχος.
LanGeek



























