das ticket
ti
ˈtɪ
ti
cket
kət
kēt
cricket

Ορισμός και σημασία του "ticket"στα γερμανικά

01

εισιτήριο, δελτίο

Ein Dokument für Eintritt oder Fahrt 
das Ticket definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Tickets
γενική πτώση
Tickets
Παραδείγματα
Ich habe ein Ticket für das Konzert gekauft. 

Αγόρασα ένα εισιτήριο για τη συναυλία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store