Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Thunfisch
01
τόνος, τόνος
ein großer, schneller und wertvoller Raubfisch des offenen Meeres
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Thunfische
γενική πτώση
Thunfisch(e)s
Παραδείγματα
Thunfisch in der Dose ist ein praktisches und proteinreiches Lebensmittel.
Ο τόνος σε κονσέρβα είναι ένα πρακτικό και πλούσιο σε πρωτεΐνες τρόφιμο.
LanGeek



























