das Telefon
Pronunciation
/ˈteːləˌfoːn/
tel

Ορισμός και σημασία του "telefon"στα γερμανικά

01

τηλέφωνο, τηλεφωνική συσκευή

Ein Gerät zum Sprechen mit jemandem, der weit weg ist
das Telefon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Telefons
πληθυντικός τύπος
Telefone
Παραδείγματα
Unser Telefon ist kaputt.
Το τηλέφωνό μας είναι σπασμένο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store