Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
telegrafieren
01
τηλεγραφώ, στέλνω τηλεγράφημα
Eine schriftliche Nachricht über eine Telegrafenleitung schnell zu übermitteln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
telegrafiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
telegrafiert
ενεστώτα μετοχή
telegrafierend
απλός αόριστος
telegrafierte
παθητική μετοχή
telegrafiert
Παραδείγματα
Heute benutzt kaum noch jemand telegrafieren.
Σήμερα, σχεδόν κανείς δεν χρησιμοποιεί το τηλεγραφώ.



























