sündigen

Ορισμός και σημασία του "sündigen"στα γερμανικά

sündigen
01

αμαρτάνω

Etwas tun, das gegen die religiösen Gebote oder moralischen Regeln verstößt
sündigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sündige
γ΄ ενικό πρόσωπο
sündigt
ενεστώτα μετοχή
sündigend
απλός αόριστος
sündigte
παθητική μετοχή
gesündigt
Παραδείγματα
Viele Religionen unterscheiden zwischen kleinen und großen Sünden.
Πολλές θρησκείες διακρίνουν μεταξύ μικρών και μεγάλων αμαρτιών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store