säen
s
ˈzɛ:
ze
äen
ən
ēn
sägen

Ορισμός και σημασία του "säen"στα γερμανικά

01

σπέρνω, σπορά

Samen auf das Feld oder in die Erde legen, damit Pflanzen wachsen 
säen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
säe
γ΄ ενικό πρόσωπο
sät
ενεστώτα μετοχή
säend
απλός αόριστος
säte
παθητική μετοχή
gesät
Παραδείγματα
Die Bauern säen im Frühling Getreide. 

Οι αγρότες σπέρνουν δημητριακά την άνοιξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store