die ge
ˈsɛ:
se
ge
sager

Ορισμός και σημασία του "säge"στα γερμανικά

01

πριόνι, χειροπρίονο

Ein Werkzeug, mit dem man Holz oder andere Materialien schneidet 
die Säge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Sägen
γενική πτώση
Säge
Παραδείγματα
Ich benutze die Säge, um das Holz zu schneiden. 

Χρησιμοποιώ το πριόνι για να κόψω το ξύλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store