Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das System
01
σύστημα
Eine Gruppe von Teilen, die zusammen funktionieren
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Systems
πληθυντικός τύπος
Systeme
Παραδείγματα
Das Alarmsystem ist aktiviert.
Το σύστημα συναγερμού είναι ενεργοποιημένο.
02
σύστημα, δομή
Eine organisierte Ordnung oder Struktur
Παραδείγματα
Das System funktioniert nicht immer fair.
Το σύστημα δεν λειτουργεί πάντα δίκαια.



























