Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
säen
[past form: säte]
01
σπέρνω, σπορά
Samen auf das Feld oder in die Erde legen, damit Pflanzen wachsen
Παραδείγματα
Er hat das ganze Feld gesät.
Έχει σπείρει ολόκληρο το χωράφι.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σπέρνω, σπορά