säen
Pronunciation
/ˈzɛːən/

Ορισμός και σημασία του "säen"στα γερμανικά

säen
[past form: säte]
01

σπέρνω, σπορά

Samen auf das Feld oder in die Erde legen, damit Pflanzen wachsen
säen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
säe
γ΄ ενικό πρόσωπο
sät
ενεστώτα μετοχή
säend
απλός αόριστος
säte
παθητική μετοχή
gesät
Παραδείγματα
Er hat das ganze Feld gesät.
Έχει σπείρει ολόκληρο το χωράφι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store